λαδώνω


λαδώνω
[ладоно] р. промасливать, смазывать маслом.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "λαδώνω" в других словарях:

  • λαδώνω — λαδώνω, λάδωσα βλ. πίν. 3 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • λαδώνω — ρ. μετβ. κ. αμετβ. помазывать елеем новообращенного в таинстве крещения: ο νονός λαδώνει τον νεοφώτιστο крестный помазывает елеем новообращенного (своего крестника) …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • λαδώνω — [λάδι]·1. επαλείφω ή επιχρίω κάτι με λάδι 2. κηλιδώνω κάτι με λάδι ή με άλλη λιπαρή ουσία («τό λάδωσες κι αυτό το πουκάμισο») 3. αλείφω με άγιο μύρο, βαφτίζω 4. λιπαίνω εξαρτήματα μηχανής με έγχυση μηχανελαίου 5. φιλοδωρώ κάποιον για προσωπική… …   Dictionary of Greek

  • λαδώνω — λάδωσα, λαδώθηκα, λαδωμένος 1. αλείφω κάτι με λάδι: Πρέπει να λαδώσω την κλειδαριά. 2. μτφ., δωροδοκώ: Λάδωσε το δικαστή για να τον αθωώσει …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αλάδωτος — η, ο [λαδώνω] 1. αυτός που δεν έχει λάδι, στον οποίο δεν προστέθηκε άρτυμα λαδιού 2. αυτός που δεν αλείφτηκε με λάδι 3. που δεν λερώθηκε με λάδι 4. που από φτώχεια ή για νηστεία δεν έφαγε λάδι 5. (για αλλόθρησκους) χωρίς το χρίσμα, αβάφτιστος 6.… …   Dictionary of Greek

  • αλείφω — αλείβω (Α ἀλείφω) 1. επιθέτω υγρή ή λιπαρή ουσία σε κάποια επιφάνεια, επαλείφω, επιχρίω 2. επαλείφω με οποιαδήποτε ύλη 3. κάνω επάλειψη σε ασθενή νεοελλ. 1. ρυπαίνω, λερώνω 2. δωροδοκώ, λαδώνω 3. παθ. ωφελούμαι υλικά, απολαμβάνω κέρδος 4. φρ. «θα …   Dictionary of Greek

  • ελαιώ — ἐλαιῶ ( όω) (Α) 1. λαδώνω, αλείφω με λάδι 2. μαζεύω ελιές 3. (στην αλχημεία) κάνω κάτι να πάρει ελαιώδη σύσταση …   Dictionary of Greek

  • λάδι — Βλ. λ. έλαια (ελαιόλαδο). * * * το (Μ λάδι[ν]) το λιπαρό υγρό που λαμβάνεται με σύνθλιψη τού ελαιοκάρπου, ελαιόλαδο νεοελλ. 1. κάθε ρευστή λιπαρή ουσία που προέρχεται από φυτική, ζωική ή ορυκτή ύλη 2. φρ. α) «άγια λάδια» το ευχέλαιο β) «άγιο… …   Dictionary of Greek

  • λάδωμα — το [λαδώνω] 1. επάλειψη ή επίχριση με λάδι 2. λέκιασμα από λάδι 3. η λίπανση τμημάτων μηχανής με έγχυση μηχανελαίου 4. μτφ. δωροδοκία για προσωπική εξυπηρέτηση …   Dictionary of Greek

  • λαδωτήρι — μικρό δοχείο ορυκτελαίου με ειδικό σωληνοειδές στόμιο για τη λίπανση μηχανών, λαδικό, λαδερό. [ΕΤΥΜΟΛ. < λαδώνω + κατάλ. τήρι (πρβλ. σουρω τήρι, στεγνω τήρι)] …   Dictionary of Greek